θερμηλασία


θερμηλασία
Η εν θερμώ κατεργασία μετάλλου ή κράματος με σκοπό αυτό να λάβει καθορισμένες διαστάσεις και χαρακτηριστικές ιδιότητες. Το πόσο χαμηλή ή υψηλή πρέπει να είναι η θερμοκρασία εξαρτάται από το είδος που υφίσταται την κατεργασία. Τα πιο συνηθισμένα από τα μέταλλα ή τα κράματα που υποβάλλονται σε θ. είναι οι συνηθισμένοι και οι ειδικοί χάλυβες, τα ελαφρά κράματα και τα κράματα του χαλκού. Αυτή η μέθοδος κατεργασίας περιλαμβάνει εργασίες δύο ειδών: τις εργασίες της διαμόρφωσης (ολική, συμπίεση, συγκόλληση κλπ.) με τις οποίες το μέταλλο παίρνει ορισμένο σχήμα και διαστάσεις και τις εργασίες βελτίωσης των ιδιοτήτων του μετάλλου (σφυρηλασία, ανόπτηση, βαφή, επαναφορά και σταθεροποίηση). Το μέταλλο δηλαδή υφίσταται αρχικά, με τη βοήθεια της σφυρηλασίας, τροποποίηση της εσωτερικής του δομής, υποβάλλεται στη συνέχεια σε θερμική κατεργασία για να πάρει τις επιθυμητές ιδιότητες (ανόπτηση), έπειτα ψύχεται απότομα από υψηλή θερμοκρασία ώστε να σκλυρήνει (βαφή) και επαναφέρεται. Αυτές οι εργασίες πραγματοποιούνται με τη βοήθεια κλιβάνων (καθέτων ή οριζοντίων) και η βαφή είτε με ραντισμό είτε με βύθισμα του μετάλλου σε δοχείο που περιέχει νερό ή λάδι. Τέλος, το τεμάχιο του μετάλλου σταθεροποιείται για να αποφευχθεί κάθε μεταγενέστερη παραμόρφωση και υποβάλλεται σε έλεγχο. Έτσι, η θ. οδηγεί στη λήψη εξαιρετικής ποιότητας μετάλλου, που ανταποκρίνεται στις ανάγκες των βιομηχανιών. Αρχικά η μέθοδος αυτή είχε εφαρμοστεί για σιδηρουργικές εργασίες (κατασκευή κιγκλίδων, πανοπλιών κλπ.) και μάλιστα σε μικρές βιοτεχνίες, οι τεχνίτες των οποίων ήταν πραγματικοί καλλιτέχνες παρά την έλλειψη εργαλείων. Σήμερα τα μεγάλα σιδηρουργεία χρησιμοποιούν τεράστιους κλίβανους και για τη θ. αποκλειστικά τις πρέσες, ενώ οι αεροσφύρες θεωρούνται χρήσιμες για μικρού ή μεσαίου μεγέθους τεμάχια μετάλλου.
* * *
η
τεχνολ. η κατεργασία πλαστικής διαμόρφωσης ενός μετάλλου ή κράματος εν θερμώ, η οποία γίνεται είτε με κρούση (σφυρηλασία), είτε με πίεση με τη βοήθεια πρέσας και η οποία έχει σκοπό να δώσει στα μεταλλικά κομμάτια ορισμένες διαστάσεις, χαρακτηριστικές ιδιότητες και συγκεκριμένο σχήμα.
[ΕΤΥΜΟΛ. < θερμ(ο)-* + -ηλασία (< -ήλατος < ελαύνω), πρβλ. ξεν-ηλασία, ποδ-ηλασία. Απόδοση στην ελλ. ξεν. όρου, πρβλ. γαλλ. forgeage].

Dictionary of Greek. 2013.


Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.